Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Όταν τα πατζάρια δεν θα είναι πια κόκκινα

              


             Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή και παράξενη χώρα, τόσο μεγάλη σε έκταση που μπορεί κανείς να θαυμάσει από επιβλητικά βουνά, καταπράσινες κοιλάδες και ορμητικά ποτάμια, μέχρι απέραντες ερήμους και αλμυρές λίμνες, ζούσε ο μικρός Μαλούφ. Ο Μαλούφ ήταν ορφανός, δεν είχε γνωρίσει ποτέ τη μητέρα του και τον πατέρα του και είχε μοναδική συντροφιά του τον πιστό του φίλο Κίγκουρ, ένα μικρόσωμο και πανέξυπνο μαϊμουδάκι, με λευκό σώμα και καφέ κεφαλάκι, το οποίο είχε βρει μια μέρα στο παζάρι μιας πόλης, και το έσωσε από βέβαιο θάνατο, καθώς είχε κλέψει δύο δαμάσκηνα από τον πάγκο ενός πωλητή γιατί πεινούσε. Από τότε ήταν αχώριστοι.
 Ο ένας βρήκε στον άλλο τη συντροφικότητα και την αγάπη που τόσο έλειπαν και στους δύο, Περιφερόντουσαν από πόλη σε πόλη, παίζοντας και γελώντας και έδιναν μικρές παραστάσεις, όπου ο Κίγκουρ υπό τις εντολές του Μαλούφ έκανε ένα σωρό αστεία πράγματα, χόρευε, μιμούταν άλλα ζώα, χοροπηδούσε, έκανε τούμπες, στεκόταν πάνω στους θεατές και σκαρφάλωνε στα πιο ψηλά κτίρια, που έκαναν μικρούς και μεγάλους να ξεκαρδίζονται στα γέλια. Από τα κέρματα που μάζευαν από τις παραστάσεις αυτές, αγόραζαν ένα καρβέλι ψωμί και μερικά φρούτα, τα οποία μοιραζόντουσαν, κι έτσι ζούσαν ευτυχισμένοι, περιμένοντας το επόμενο ταξίδι τους σε μιαν άλλη πόλη, ελπίζοντας ότι κάποια μέρα, θα καταφέρουν να επισκεφτούν ακόμη και τις πιο μακρινές πολιτείες του κόσμου.
           Μια μέρα, έχοντας διασχίσει λίμνες και ποτάμια και ερήμους και οάσεις και οροπέδια, έφτασαν κοντά στη μεγάλη θάλασσα έξω από την πιο ξακουστή για τον πλούτο και την ομορφιά της πολιτεία ολόκληρης της χώρας. Εκεί ζούσαν οι πιο πλούσιοι άρχοντες, οι πιο ονομαστοί έμποροι, οι πιο όμορφες γυναίκες και φυσικά ο ίδιος ο Βασιλιάς, σ΄ένα παλάτι που ήταν φτιαγμένο από πάνω μέχρι κάτω με πραγματικό χρυσάφι. Ο Μαλούφ και ο Κίγκουρ ευχαριστήθηκαν πολύ φτάνοντας έξω από την πλούσια αυτή πόλη, πιστεύοντας ότι θα καταφέρουν να κερδίσουν αρκετά χρήματα από τις παραστάσεις τους, ώστε να καταφέρουν να μπουν σ΄ένα μεγάλο πλοίο και να συνεχίσουν τις περιπέτειές τους σε μιαν άλλη χώρα, γνωρίζοντας διαφορετικούς ανθρώπους και πολιτισμούς. Πράγματι, η παράστασή τους ενθουσίασε το απαιτητικό κοινό της μεγάλης πόλης, με αποτέλεσμα ο Μαλούφ και ο Κίγκουρ να βγάλουν πολλά χρήματα, γεμίζοντας το δισάκι που είχαν! Για να γιορτάσουν την επιτυχία τους αυτή, αποφάσισαν να φάνε το βράδυ σε μια όμορφη ταβέρνα, κοντά στην αγορά και να δοκιμάσουν το πιο νόστιμο πιάτο που σέρβιρε: πατζαροσαλάτα με γιαούρτι, γαλοτύρι και καρύδια! Πριν προλάβουν όμως να τελειώσουν το υπέροχο δείπνο τους, ο Μαλούφ και ο Κίγκουρ βρέθηκαν μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη! Τρεις στρατιώτες σταμάτησαν απότομα μπροστά τους, τραβώντας τα αιχμηρά σπαθιά τους, κοιτώντας τους με μίσος, ενώ ένας ψηλός και παχύς άντρας, με μεγάλα γένια και άγριο βλέμμα, ντυμένος με τα πιο φανταχτερά ρούχα που είχαν ποτέ αντικρίσει είπε με ένταση «Αυτοί είναι!!! Αυτοί έκλεψαν τα πανάκριβα σκουλαρίκια της θυγατέρας μου! Συλλάβετέ τους αμέσως! Και σκοτώστε αυτό το ζώο!». «Μα εμείς δεν κλέψαμε τίποτα!» φώναξε απελπισμένος ο Μαλούφ, προστατεύοντας με το σώμα του τον Κιγκούρ! Όμως οι στρατιώτες άρπαξαν με τη βία το μικρό δισάκι του Μαλούφ, όπου φύλαγε τα κέρματα που κέρδιζαν με τον φίλο του από τις παραστάσεις, και άδειασαν το περιεχόμενό του στο τραπέζι. Και τότε ανάμεσα στα κέρματα, είδαν όλοι δύο χρυσαφένια σκουλαρίκια, στο σχήμα μαργαρίτας, μ΄ ένα κόκκινο πετράδι στο κέντρο τους! «Αυτά είναι!» Φώναξε ένα αγέλαστο κορίτσι που καθόταν δίπλα στον ψηλό άνδρα. «Θα πρέπει να μου τα έκλεψε η μαϊμού όταν ανέβηκε πάνω μου!». Ο Μαλούφ τότε θυμήθηκε το κορίτσι, θυμήθηκε ότι είχε έρθει στην παράστασή του, κι ότι του ζήτησε με αυθάδεια να της δώσει τον Κίγκουρ για να παίζει μαζί του, κι ότι εκείνος της απάντησε απότομα «Ο Κίγκουρ είναι ο καλύτερός μου φίλος, δεν είναι παιχνίδι!». Κι έπειτα θυμήθηκε ότι το κορίτσι τον κοίταξε μ ένα βλέμμα όλο κακία, έχοντας κοκκινίσει από τη ζήλια και τον θυμό της κι ότι έβαλε κι αυτή κάτι μέσα στο δισάκι του, πιστεύοντας βέβαια ότι θα ήταν κέρμα! «Αυτή τα έβαλε τα σκουλαρίκια στο δισάκι μόνη της» φώναξε απελπισμένος! «Η μαϊμού μου δεν είναι κλέφτρα!» Όμως κανείς δεν τον πίστεψε, κι έτσι τους πήραν με τη βία και τους δυο, με σκοπό να φυλακίσουν τον Μαλούφ και να σκοτώσουν τον Κίγκουρ. Ο Μαλούφ, στο άκουσμα αυτής της άδικης εξέλιξης, έπεσε στα πόδια του ψηλού και παχουλού άντρα και τον παρακάλεσε: «Άρχοντά μου σε ικετεύω! Μην πειράξεις την καημένη τη μαϊμού! Θα κάνω ό,τι επιθυμείς εσύ κι η κόρη σου, αρκεί η μαϊμού μου να μην πάθει κακό!» Τότε ο άνδρας, μ΄ ένα ψεύτικο χαμόγελο στο στόμα απάντησε: «Ας είναι. Η μαϊμού θα κάνει παρέα στην κόρη μου, κι εσύ θα είσαι ο δούλος της.»




            Έτσι κι έγινε. Ο καημένος ο Κίγκουρ ήταν κλεισμένος σ΄ένα μεγάλο χρυσό κλουβί, σ΄ένα από τα δεκάδες δωμάτια του σπιτιού του άρχοντα, ζώντας στην απομόνωση, αφού η θυγατέρα του γρήγορα τον βαρέθηκε και σταμάτησε να φέρνει τους φίλους της να τον χαζεύουν και να γελούν, ενώ ο Μαλούφ υπηρετούσε πιστά την κακιά αρχοντοπούλα, κάνοντάς της όλα τα καπρίτσια, χωρίς ποτέ να τον αφήνουν να επισκέπτεται τον φίλο του. Μια μέρα ο Βασιλιάς αποφάσισε να επισκεφτεί όλους τους άρχοντες της πόλης, που είχαν θυγατέρες σε ηλικία γάμου, ώστε να ψάξει για την καλύτερη νύφη για τον γιο του. Όταν βράδυ έφτασε στο σπίτι του ψηλού και παχουλού άρχοντα όμως κάτι αναπάντεχο συνέβη! Δύο εγκληματίες του είχαν στήσει ενέδρα για να τον κλέψουν, κι έτσι αφοπλίζοντας τους φρουρούς του, τον παγίδεψαν κι ήταν έτοιμοι να τον σκοτώσουν και να του πάρουν τα πολύτιμα κοσμήματα που φορούσε. Ο Μαλούφ όμως, που είχε μεγαλώσει κι είχε γίνει πολύ δυνατός, λόγω της σκληρής εργασίας, βλέποντας τη σκηνή αυτή, επιτέθηκε στους εγκληματίες από πίσω και κατάφερε να τους νικήσει και να σώσει τη ζωή του Βασιλιά. Ο Βασιλιάς συγκινημένος με την πράξη του νεαρού δούλου, του είπε ότι μπορεί να του ζητήσει ότι θέλει. Και τότε ο Μαλούφ του ζήτησε να ελευθερώσει τον ίδιο και τον πιστό του φίλο Κίγκουρ. Ο Βασιλιάς όμως απάντησε: «Επειδή μου έσωσες τη ζωή σου προσφέρω την ελευθερία σου. Για την ελευθερία της μαϊμούς όμως είναι δίκαιο να αποφασίσει η θυγατέρα του Άρχοντα, που ήταν άλλωστε και το θύμα της κλοπής. Αρχόντισσά μου τι αποφασίζετε για την μαϊμού;» Και τότε η αρχοντοπούλα, που ήταν μικρόψυχη και ζήλευε την ευτυχία των άλλων, κοίταξε για λίγο το πιάτο με την πατζαροσαλάτα, που βρισκόταν στο πλούσιο τραπέζι προς τιμήν του Βασιλιά, κι απάντησε με κακία: «Όταν τα πατζάρια αλλάξουν χρώμα, τότε θα σου δώσω τη μαϊμού».
            Κι έτσι ο Μαλούφ, έφυγε κλαίγοντας από το σπίτι του Άρχοντα και της θυγατέρας του, συντετριμμένος που άφηνε πίσω τον αγαπημένο του φίλο. Όμως δεν το έβαλε κάτω. Αποφάσισε πως θα γύριζε τον κόσμο αν χρειαζόταν, μα θα έβρισκε πατζάρια που θα είχαν άλλο χρώμα και θα τα έφερνε στην αρχοντοπούλα ελευθερώνοντας τον ΚΙγκούρ. Πράγματι, πήρε το πρώτο πλοίο που βρήκε στο λιμάνι και σάλπαρε για μακρινά και άγνωστα μέρη. Διέσχισε ωκεανούς και λιμνοθάλασσες, σκαρφάλωσε σε απόκρημνα και παγωμένα βουνά, περπάτησε σε καταπράσινα δάση, ρωτώντας παντού αν είχε δει ποτέ κανείς πατζάρια που δεν ήταν κόκκινα, αλλά μάταια. Κανείς δεν είχε δει ποτέ πατζάρια που να έχουν άλλο χρώμα. Μετά από πολύ καιρό, έφτασε σ’ έναν πανέμορφο αλλά και περίεργο τόπο, όπου οι άνθρωποι είχαν κόκκινο πρόσωπο και μεγάλη πλατιά μύτη και μιλούσαν μια άλλη γλώσσα, που δεν μπορούσε να καταλάβει. Ήταν όμως φιλόξενοι κι’ ευγενικοί του πρόσφεραν στέγη για να ξεκουραστεί και φαγητό. Και τότε συνέβη το αναπάντεχο!!! Μόλις δοκίμασε μια μπουκιά από το φαγητό που του προσέφεραν, του ήρθαν στο μυαλό μνήμες μακρινές από την πατρίδα του! Παρόλο που το φαγητό είχε κίτρινο χρώμα, είχε ακριβώς την ίδια γεύση με την πατζαροσαλάτα που είχε κάποτε δοκιμάσει στην ονομαστή ταβέρνα της πλούσιας πολιτείας, και που δυστυχώς στάθηκε αιτία να χάσει τον μοναδικό του φίλο τον Κίγκουρ. Κάνοντας νοήματα στους οικοδεσπότες του, κατάφερε να τους κάνει να καταλάβουν ότι ήθελε να δει από κοντά το φυτό που του είχαν προσφέρει για να φάει. Όταν τελικά αντίκρισε το φυτό, ήταν πια σίγουρος ότι πέτυχε τον σκοπό του, αφού είχε μπροστά του ένα κίτρινο πατζάρι!!! Γέμισε με σπόρους από κίτρινο πατζάρι το δισάκι του και πήρε ευχαριστημένος το δρόμο της επιστροφής.
            Όταν έφτασε στην πατρίδα του, φύτεψε αμέσως σ΄ ένα μικρό χωραφάκι τους σπόρους του κίτρινου πατζαριού και περίμενε υπομονετικά να μεγαλώσουν και να μετατραπούν στην υπέροχη ρίζα που μας τρέφει τον χειμώνα. Όταν τελικά πέρασαν οι μήνες και τα κίτρινα πατζάρια ήταν πλέον ώριμα, τα έκοψε και πήγε κατευθείαν στο σπίτι του ψηλού και παχουλού Άρχοντα και της θυγατέρας του, που κρατούσαν αιχμάλωτο για χρόνια τον φίλο του τον Κίγκουρ. Χτύπησε την πόρτα του αρχοντικού και τότε του άνοιξε σαστισμένη η κακιά αρχοντοπούλα. «Τι θέλεις εσύ εδώ;» τον ρώτησε καχύποπτα. «Ήρθα να πάρω τον Κίγκουρ, σου έφερα κίτρινα πατζάρια. Τώρα που τα πατζάρια άλλαξαν χρώμα και δεν είναι μόνο κόκκινα, πρέπει να τηρήσεις την υπόσχεσή σου και να μου δώσεις πίσω τη μαϊμού μου», της είπε ο Μαλούφ. Η Αρχοντοπούλα όμως τον έδιωξε κατηγορώντας τον ότι λέει ψέματα, κι ότι αυτά δεν είναι πατζάρια αλλά κάποιο άλλο ζαρζαβατικό. Μετά από αυτό ο Μαλούφ πήγε στο παλάτι και ζήτησε από τον Βασιλιά να αποφασίσει για το αν τα λαχανικά που κρατούσε ήταν όντως πατζάρια, ή όχι. Ο Βασιλιάς, που ήταν δίκαιος, είπε στον Μαλουφ και στην Αρχοντοπούλα πως θα αποφάσιζε μ’ έναν τρόπο που κανείς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει την εγκυρότητά του. Ζήτησε από τον Μαλούφ να φτιάξει το ίδιο φαγητό δύο φορές χρησιμοποιώντας όμως την πρώτη φορά κόκκινα πατζάρια και τη δεύτερη κίτρινα. Αν τα φαγητά είχαν την ίδια γεύση ο Μαλούφ θα είχε δίκιο και η Αρχοντοπούλα θα πρέπει να του δώσει πίσω τη μαϊμού. Αν όχι η μαϊμού θα έμενε για πάντα στην ιδιοκτησία της Αρχοντοπούλας.
         Έτσι ο Μαλούφ, έκανε όπως του είπε ο Βασιλιάς. Έφτιαξε την υπέροχη αυτή πατζαροσαλάτα που είχε δοκιμάσει τότε στην ταβέρνα αλλά και αργότερα, στην μακρινή χώρα που είχε βρεθεί ψάχνοντας για πατζάρια άλλου χρώματος, ανακατεύοντας τα πατζάρια με γιαούρτι, γαλοτύρι και καρύδια, βάζοντας στη μία σαλάτα κόκκινα πατζάρια και στην άλλη κίτρινα. Έδεσε τα μάτια του Βασιλιά για να μη βλέπει και του προσέφερε τις δύο σαλάτες, περιμένοντας μαζί με την αρχοντοπούλα για την κρίση του. Ο Βασιλιάς αφού δοκίμασε και τις δύο σαλάτες, έβγαλε το μαντήλι, που του κάλυπτε τα μάτια. και είπε με αποφασιστικότητα; «Οφείλω να ομολογήσω ότι και οι δύο σαλάτες είναι ακριβώς ίδιες στη γεύση. Δεν μπορώ να παρατηρήσω καμία διαφορά ανάμεσα στις δύο σαλάτες, εκτός από το χρώμα τους, που το βλέπω καθαρά τώρα. Συνεπώς, το λαχανικό που έφερε ο Μαλούφ είναι πατζάρι κίτρινου χρώματος και γι’ αυτό εσείς Αρχόντισσα πρέπει να του επιστρέψετε τη μαϊμου.».
         Έτσι κι έγινε, κι ο Μαλούφ μπόρεσε να αγκαλιάσει πια ευτυχισμένος τον καημένο τον Κίγκουρ, που είχε ζήσει αιχμάλωτος για τόσα χρόνια. Καλλιέργησαν μαζί το κίτρινο πατζάρι, που έγινε ανάρπαστο σ’ όλη τη χώρα, και χρησιμοποίησαν τα χρήματα που κέρδισαν για να ταξιδέψουν μαζί σε όλο τον κόσμο. Κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου