Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Οι φωλιές με τα νεραϊδοκουκούλια



Κάποτε, άνθρωποι και νεράιδες ζούσαν μαζί αγαπημένοι. Μόνο που οι άνθρωποι ήταν κάπως διαφορετικοί… Ήταν πώς να το πω; Ήταν παιδιά!!! Όλοι οι άνθρωποι ήταν παιδιά και δεν μεγάλωναν ποτέ!!! Μαζί με τις νεράιδες, που είχαν πράσινα μαλλιά και ασημένια βλέφαρα και λαμποκοπούσαν σαν πυγολαμπίδες, ζούσαν ευτυχισμένοι και χαρούμενοι στην πιο μαγική πολιτεία του κόσμου, όπου από τα σιντριβάνια έρεαν χυμοί φρούτων κι από τις βρύσες παγωτό μηχανής. Στη χώρα όπου τις παραλίες τις διακοσμούσαν μεγαλόπρεπα αμμουδένια κάστρα και τους τοίχους των σπιτιών πολύχρωμες ζωγραφιές.
Σ αυτή τη χώρα επίσης υπήρχαν άφθονα χωράφια με πράσα ψηλά σαν κοντάρια από σημαίες και με μανιτάρια όλων των ειδών και των χρωμάτων γιατί οι νεράιδες μόνο απ’ αυτά έτρωγαν και διατηρούσαν έτσι τη μαγική τους φύση. Όλοι ήταν χαμογελαστοί και καλοσυνάτοι, και ποτέ κανείς δεν έλεγε άσχημη κουβέντα για κανέναν αφού παιδιά και νεράιδες γνώριζαν μόνο την αγάπη και την έδιναν απλόχερα ο ένας στον άλλο. Έτσι, ακόμα κι ο Πάκο, που γεννήθηκε χωρίς να μπορεί να ακούει και να μιλάει, ποτέ δεν ένιωσε μοναξιά και στεναχώρια για αυτή του τη διαφορετικότητα, αντιθέτως έπαιζε, γλεντούσε και διασκέδαζε όπως όλα τα άλλα παιδιά.
Μια μέρα όμως ξεπήδησε ξαφνικά από τα έγκατα της γης η κακιά Μάγισσα Ντάρα, που ήταν η πιο μοχθηρή μάγισσα σ’ όλο τον κόσμο. Η κακιά Μάγισσα Ντάρα ζήλεψε την ευτυχία των ανθρώπων και των νεράιδων και αποφάσισε να τους χωρίσει για πάντα. Έτσι, με τα σκοτεινά της μάγια πρώτα έκαψε όλα τα χωράφια με τα πράσα και τα μανιτάρια, έτσι ώστε να μην μπορούν να ξαναφυτρώσουν ποτέ. Έπειτα, γέμισε τα παιδιά με συναισθήματα που δεν γνώριζαν μέχρι τότε, όπως η κακία, η ζήλια και ο φόβος. Και τέλος φυλάκισε όλες τις νεράιδες σ΄ένα ψηλό Πύργο, που έφτιαξε ειδικά γι΄αυτό τον σκοπό. Κι έτσι, αφού δεν υπήρχαν πια πράσα και μανιτάρια για να τραφούν οι νεράιδες, έχασαν τις μαγικές τους ικανότητες και τα όμορφα πράσινα μαλλιά τους και τη λάμψη τους και δεν μπορούσαν πια να πετάξουν. Αλλά και οι άνθρωποι έχασαν τη μαγεία τους, αφού ακούγοντας τα ξόρκια της Μάγισσας Ντάρα σταμάτησαν πια να είναι παιδιά και άρχισαν να μεγαλώνουν και να γίνονται κακοί και ζηλιάριδες και φοβισμένοι από ο,τιδήποτε το διαφορετικό. Τα σιντριβάνια με τους χυμούς στέρεψαν, τα παγωτά έλιωσαν για πάντα, τα αμμουδένια κάστρα χάλασαν και οι ζωγραφιές στα κτίρια καλύφθηκαν από σκόνη και βρωμιά.
Όλα πια είχαν αλλάξει, κι οι άνθρωποι ήταν πάντα μουτρωμένοι και σκεφτικοί. Όλοι εκτός από τον μικρό Πάκο, που επειδή ήταν κουφός γλύτωσε από τα μάγια της Ντάρας. Ήταν ο μόνος που είχε μείνει ακόμα παιδί, και ήταν χαμογελαστός και καλοσυνάτος. Όμως όλοι του φερόντουσαν απαίσια επειδή ήταν διαφορετικός από εκείνους. Του φωνάζανε και τον βρίζανε λέγοντάς του ότι είναι χαζός επειδή δεν ακούει και δεν μιλάει, παρόλο που ο Πάκο τους καταλάβαινε όλους και τους μιλούσε με τα χέρια του και με τις γκριμάτσες του προσώπου του.
Ο καημένος ο Πάκο για να μπορεί να τρώει ένα κομμάτι ψωμί και να κοιμάται σε μια αποθηκούλα, αποφεύγοντας το κρύο και τη βροχή, δούλευε σε έναν φούρνο κάθε μέρα, φτιάχνοντας την πιο νόστιμη ζύμη για πίτσα. Όταν τελείωνε τη δουλειά, συνήθιζε να πηγαίνει μια βόλτα έξω από την Πόλη, εκεί που ήταν παλιά τα χωράφια με τα ψηλά πράσα και τα πολύχρωμα μανιτάρια, σκεπτόμενος τις παλιές καλές μέρες όταν οι άνθρωποι ζούσαν ευτυχισμένοι μαζί με τις νεράιδες.



Ένα απόγευμα, ο Πάκο πήγε τη συνηθισμένη βόλτα του στα παλιά χωράφια με τα πράσα και τα μανιτάρια. Ξαφνικά είδε μπροστά του το πιο όμορφο πουλί που είχε αντικρύσει ποτέ του!!! Είχε κόκκινο κεφάλι, γαλάζιο σώμα με μωβ μικρές βούλες και μια μεγάλη λευκή ουρά!!! Όμως το πουλάκι ήταν λαβωμένο, και πονούσε. Ο Πάκο αμέσως έτρεξε δίπλα στο πουλάκι, προσπαθώντας να το σώσει και τότε το πουλάκι χωρίς να έχει φωνή μίλησε στον Πάκο, απλά κοιτώντας τον: «Εσύ είσαι ο Πάκο ε; Μου μίλησαν για σένα οι νεράιδες, που τις έχει φυλακισμένες η κακιά Μάγισσα Ντάρα!!! Πήγα να τις βοηθήσω αλλά η Μάγισσα με είδε και με λάβωσε με δηλητηριασμένο βέλος. Μόνο εσύ μπορείς να μας βοηθήσεις τώρα!!!» Κι ο Πάκο, παρόλο που ήταν κουφός κατάλαβε τα λόγια του λαβωμένου πουλιού και τον ρώτησε σαστισμένος κάνοντάς του νοήματα: «Μα τι μπορώ εγώ να κάνω για να σώσω τις νεράιδες;». Και τότε το λαβωμένο πουλάκι, του είπε: «Πάρε αυτά τα κουκούλια που έχω κάτω από το σώμα μου, και αυτά τα πράσα και αυτά τα μανιτάρια και βάλε τα κάπου πολύ ζεστά». Αυτά του είπε το πουλάκι και έκλεισε τα μάτια του.
Ο Πάκο, πήρε τα κουκούλια και τα πράσα και τα μανιτάρια, πήρε στα χέρια του και το πουλάκι κι έτρεξε στην Πόλη. Μπήκε κρυφά στο φούρνο που δούλευε και περιποιήθηκε πρώτα το τραύμα του πουλιού. Αφού το άφησε να κοιμάται, περιεργάστηκε τα περίεργα αυτά κουκούλια, που του έδωσε το όμορφο πουλάκι, και σκεφτόταν που θα μπορούσε να τα βάλλει, που να είναι ζεστά. Και τότε του ήρθε μια πολύ καλή ιδέα! Έφτιαξε σε μια λεκάνη τη ζύμη για την πίτσα, που έφτιαχνε κάθε μέρα στην πιτσαρία, αλλά αυτή τη φορά αντί να την απλώσει σε σχήμα κύκλου σαν πίτσα, τη δίπλωσε, και μέσα τη γέμισε με τα πράσα, τα μανιτάρια και τα περίεργα κουκούλια που του έδωσε το πουλάκι! Τα έβαλε στο φούρνο…και μετά από μία ώρα περίπου ξεπήδησαν μέσα από τον φούρνο δέκα πανέμορφες νεράιδες!!! Ο Πάκο έμεινε έκπληκτος, όμως οι νεράιδες τον αγκάλιασαν και του είπαν στη γλώσσα του, χρησιμοποιώντας δηλαδή τα χέρια τους και γκριμάτσες του προσώπου τους τα εξής: «Σ ευχαριστούμε μικρέ μας φίλε! Χάρη στην υπέροχη φωλιά που μας έκανες με αυτό το ζυμαράκι και τα πράσα και τα μανιτάρια έβαλες μέσα, μεγαλώσαμε γρήγορα και σπάσαμε τα κουκούλια! Τώρα μπορούμε να πάμε να σώσουμε τις αδερφές μας από την κακιά Μάγισσα Ντάρα».
 Κι έτσι το πουλάκι πήρε τον Πάκο στην πλάτη του και μαζί με τις νεράιδες πέταξαν στον ψηλό Πύργο που η κακιά Μάγισσα Ντάρα φυλάκισε τις αδερφές τους. Τότε οι νεράιδες έκαναν έναν κύκλο γύρω από τον Πύργο και άρχισαν να τραγουδούν με τις γλυκές φωνές τους ένα τραγούδι, που έλεγε:



« Αδερφές φεγγαρόλουστες βγείτε
  Από τούτο τον κόσμο δεν θα χαθείτε
  Γιατί ο Πάκο με αγάπη και ζύμη
  Τη Μάγισσα Ντάρα για πάντα τη σβήνει
  Αδελφές με τα φτερά σας πετάξτε
  Την κακία για πάντα βουλιάξτε
  Μανιτάρια και πράσα να φάτε
  Και στα σύννεφα θα μπορείτε να πάτε!!!»


Και ξαφνικά οι φυλακισμένες νεράιδες ξαναβρήκαν τις μαγικές τους δυνάμεις και κατάφεραν να πετάξουν έξω από τον Πύργο που είχε φτιάξει η κακιά Μάγισσα Ντάρα. Την ίδια ώρα η γη άνοιξε στα δύο και ρούφηξε για πάντα τη Μάγισσα. Οι νεράιδες ευτυχισμένες που ελευθερώθηκαν επιτέλους αγκάλιασαν και φίλησαν τον μικρό Πάκο και του είπαν στη γλώσσα του: «Αγαπημένε μας φίλε σ΄ευχαριστούμε για όλα όσα έκανες για εμάς! Όμως, δεν μπορούμε πια να ζήσουμε εδώ μαζί με τους ανθρώπους, γιατί η μάγισσα τους πήρε τη μαγεία τους και δεν μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό. Δεν θα είναι πια μόνο μουτρωμένοι και σκεφτικοί, αλλά και χαρούμενοι και γελαστοί. Όμως ποτέ δεν θα γίνουν όπως πριν. Εσύ θα αποφασίσεις αν θέλεις να ζήσεις με εμάς ή με τους ανθρώπους, μιας κι είσαι μαγικός σαν κι εμάς!» Κι ο Πάκο, που αγαπούσε πολύ τις νεράιδες αποφάσισε να πάει μαζί τους, σε μια μακρινή χώρα πέρα από τα σύννεφα, που ήταν γεμάτη με πράσα και μανιτάρια. Κι έζησε για πάντα ευτυχισμένος σ αυτή τη νεραϊδένια χώρα.

Δείτε και τη συνταγή: Φωλιές με μανιτάρια και πράσα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου