Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Η προφητεία με τα σουτζουκάκια


       Μια φορά κι έναν καιρό, στην πιο μαγική και όμορφη πολιτεία όλου του κόσμου, γεμάτη από χρώματα, αρώματα και μουσικές, ζούσε ένας πλούσιος έμπορος με την γυναίκα του και την μοναχοκόρη του τη Βασιλικούλα. Η Βασιλικούλα, ήταν πιο όμορφη κι από τα ρόδα, πιο φωτεινή κι από τα αστέρια, πιο γλυκομίλητη κι από τα αηδόνια, κι όλος ο κόσμος την αγαπούσε γιατί ήταν καλή κι ευγενική, μα πιο πολύ απ’ όλους την αγαπούσε ο πατέρας της και ήθελε να είναι πάντα ευτυχισμένη και χαμογελαστή.
Γι’ αυτό και της αγόρασε το πιο ακριβό πιάνο για να παίζει μουσική και να τραγουδάει, της έφτιαξε τον πιο όμορφο κήπο για να μυρίζει τα πιο σπάνια λουλούδια και την έντυνε με τα πιο λαμπερά και εντυπωσιακά φορέματα.
Όταν έφτασε πια στην ηλικία να παντρευτεί όμως, ο έμπορος ήταν πολύ προβληματισμένος, γιατί ήθελε να διαλέξει τον καλύτερο νέο για την θυγατέρα του, που να την κάνει κι΄ αυτός με τη σειρά του ευτυχισμένη. Τι κι αν ερχόντουσαν απ’ όλη την επικράτεια οι πιο περιζήτητοι νέοι, με πλούτη, σπουδές και ευγενική καταγωγή, ζητώντας του το χέρι της, αφού η ομορφιά της Βασιλικούλας ήταν γνωστή σε ολόκληρη τη χώρα, εκείνος τους απέφευγε όλους και δεν απαντούσε σε κανέναν. Μόνο καθότανε τα βράδια, στον ολάνθιστο κήπο του αρχοντικού του και βυθιζόταν στις σκέψεις του. Ούτε που του χε περάσει βέβαια απ’ το μυαλό ότι η Βασιλικούλα είχε ήδη βρει τον καλό της καρδιάς της, τον Μιχάλη τον κηπουρό, που κάθε πρωί και κάθε βράδυ της πετούσε στο παράθυρό της ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο, κι εκείνη το μύριζε όλο το βράδυ και τον σκεφτότανε, μέχρι να την πάρει γλυκά ο ύπνος και να τον ονειρευτεί. Όμως αυτή η αγάπη ήταν καταδικασμένη και το γνώριζαν κι οι δυο, αφού ποτέ ο πατέρας της δεν θα επέτρεπε σ΄έναν φτωχό κηπουρό να παντρευτεί τη μοναχοκόρη του.
Ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ, ο έμπορος καθόταν στον κήπο του και σκεφτόταν ποιος θα ήταν κατάλληλος για να παντρευτεί με τη Βασιλικούλα, χωρίς όμως πάλι να μπορεί να αποφασίσει. Τότε, ήρθε και κάθισε στο πεζουλάκι δίπλα του ένα μικρό πουλάκι, γύρισε προς το μέρος του και του είπε με ανθρώπινη φωνή: «Η θυγατέρα σου θα γίνει ευτυχισμένη μόνο αν παντρευτεί αυτόν που θα καταφέρει να φάει τα σουτζουκάκια της γυναίκας σου». «Μα, η γυναίκα μου, μαγειρεύει πιο ωραία απ’όλες τις κυράδες στην πόλη! Είναι σίγουρο ότι όλοι θα μπορούν να φάνε τα σουτζουκάκια της!», απάντησε έκπληκτος ο έμπορος. Το αηδόνι όμως του είπε πάλι με βεβαιότητα «Η θυγατέρα σου θα γίνει ευτυχισμένη μόνο αν παντρευτεί αυτόν που θα καταφέρει να φάει τα σουτζουκάκια της γυναίκας σου. Όποιος κι αν είναι αυτός. Θυμήσου όμως, αν αρνηθείς να κάνεις σε κάποιον το τραπέζι, η κόρη σου θα δυστυχήσει για πάντα». Αυτά είπε το πουλάκι και πέταξε στον ξάστερο ουρανό.
Την επόμενη κιόλας μέρα, ο έμπορος ανακοίνωσε στη γυναίκα του και την κόρη του, ότι εφεξής θα έκαναν το τραπέζι σε όποιον ζητούσε το χέρι της Βασιλικούλας, όποιος κι αν ήταν αυτός, και θα μαγείρευαν σουτζουκάκια. Αυτός που θα τα έτρωγε θα την παντρευόταν. Πράγματι, την ίδια κιόλας μέρα ο γιος ενός πλούσιου καραβοκύρη ήρθε στο αρχοντικό τους και ζήτησε να παντρευτεί τη Βασιλικούλα, οπότε και τον κάλεσαν σε γεύμα την επόμενη μέρα. Η Βασιλικούλα, που ήταν ερωτευμένη με τον κηπουρό, έκλαιγε όλο το βράδυ στο δωμάτιό της κρατώντας το κόκκινο τριαντάφυλλο που της είχε χαρίσει κείνο το βράδυ, καθώς ήταν σίγουρη ότι ο υποψήφιος γαμπρός θα έτρωγε με μεγάλη ευχαρίστηση τα σουτζουκάκια της μητέρας της, που ήταν ονομαστά σε όλη την πόλη. Ξαφνικά, κι ενώ η Βασιλικούλα έκλαιγε απαρηγόρητη, έκατσε στο παραθύρι της ένα μικρό πουλάκι και της είπε με ανθρώπινη λαλιά «Μη κλαις Βασιλικούλα, και κάνε ό,τι σου λέω. Αύριο, πήγαινε στα κρυφά και βάλε μπόλικη κανέλα στη ζύμη για τα σουτζουκάκια». Κι αφού είπε αυτά τα λόγια, το πουλάκι εξαφανίστηκε.
Πράγματι την άλλη μέρα, η Βασιλικούλα γλίστρησε στην κουζίνα κρυφά και έβαλε μπόλικη κανέλα, στη ζύμη για τα σουτζουκάκια που είχε ετοιμάσει η μητέρα της. Όταν ήρθε ο υποψήφιος γαμπρός κάθισαν όλοι στο τραπέζι και η μητέρα της σέρβιρε τα σουτζουκάκια. Με το που έβαλε όμως ο γιος του καραβοκύρη μια μπουκιά από τα σουτζουκάκια στο στόμα του, συνέβη κάτι συνταρακτικό! Άρχισε να κοκκινίζει και βγάζει σπυριά σε όλο του το πρόσωπο, τα οποία άρχισε να ξύνει με όλη του τη δύναμη!!! «Πόσο με φαγουρίζουν!!!» φώναξε δυνατά και σηκώθηκε άρον άρον από το τραπέζι, φεύγοντας τροχάδην από το αρχοντικό του εμπόρου. Όλοι έμειναν έκπληκτοι, εκτός από τη Βασιλικούλα, που χαμογελούσε ικανοποιημένη.



Την επόμενη μέρα όμως, ήρθε και νέος υποψήφιος γαμπρός για να ζητήσει το χέρι της Βασιλικούλας, ένας υψηλόβαθμος στρατιωτικός αυτή τη φορά, οπότε και πάλι τον προσκάλεσαν σε δείπνο. Η Βασιλικούλα, πάλι έκλαιγε στο δωμάτιό της, πιστεύοντας ότι δεν θα μπορούσε να αποφύγει το παντρολόγημα και δεύτερη φορά. Όμως, πάλι εμφανίστηκε το μικρό πουλάκι και της είπε με ανθρώπινη φωνή «Μη κλαις Βασιλικούλα, και κάνε ό,τι σου λέω. Αύριο, πήγαινε στα κρυφά και βάλε μπόλικο πιπέρι στη ζύμη για τα σουτζουκάκια». Κι η Βασιλικούλα έκανε ότι της είπε το πουλάκι, κι έβαλε κρυφά μπόλικο πιπέρι στη ζύμη για τα σουτζουκάκια την επόμενη μέρα. Όταν κάθισαν να φάνε, με το που δοκίμασε ο αξιωματικός τα σουτζουκάκια άρχισε να βγάζει καπνούς από τη μύτη και τα’ αυτιά του και να φωνάζει «Καίγομαι, καίγομαι, δεν μπορώ να φάω άλλο!!!». Έτσι απέτυχε και αυτός ο νέος να παντρευτεί την Βασιλικούλα, πράγμα που βεβαίως τη χαροποίησε πολύ.
Δυστυχώς όμως, και την επόμενη μέρα η Βασιλικούλα, δέχτηκε πρόταση γάμου, αυτή τη φορά από τον μοναχογιό του Δημάρχου, με αποτέλεσμα και πάλι να κλαίει στο δωμάτιό της, αφού ήταν πια σίγουρη ότι αυτή τη φορά ο υποψήφιος θα έτρωγε τα σουτζουκάκια και θα αναγκαζόταν να τον παντρευτεί. Το πουλάκι όμως ήρθε και πάλι στο περβάζι της και είπε : «Μη κλαις Βασιλικούλα, και κάνε ό,τι σου λέω. Αύριο, πήγαινε στα κρυφά και βάλε μπόλικο κύμινο στη ζύμη για τα σουτζουκάκια». Πράγματι, την επόμενη μέρα η Βασιλικούλα μπήκε και πάλι κρυφά στην κουζίνα κι έβαλε στη ζύμη με τα σουτζουκάκια μπόλικο κύμινο. Κι έτσι με το που έφαγε την πρώτη πιρουνιά από τα σουτζουκάκια ο γιος του Δημάρχου διπλώθηκε στα δύο και άρχισε να κρατάει την κοιλιά του φωνάζοντας «Άχου τι πόνος είναι αυτός!!!!». Η Βασιλικούλα ήταν ενθουσιασμένη από αυτήν την εξέλιξη, όχι όμως και ο πατέρας της, ο οποίος δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι κανένας από τους τρεις υποψήφιους γαμπρούς δεν κατάφερε να φάει τα σουτζουκάκια της γυναίκας του, τα οποία ήταν αδιαμφισβήτητα πολύ νόστιμα!!! Απλά, την πρώτη φορά είχαν λίγο παραπάνω κανέλα, τη δεύτερη λίγο παραπάνω πιπέρι και την τρίτη λίγο παραπάνω κύμινο!!! Και τότε ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι του αρχοντικού και εμφανίστηκε μπροστά σε όλη την οικογένεια ο Μιχάλης ο κηπουρός. «Εσύ μας έλλειπες τώρα!!» φώναξε νευριασμένος ο έμπορος, αλλά ο Μιχάλης μαζεύοντας όσο κουράγιο είχε του απάντησε «Άρχοντα, ήρθα για να ζητήσω το χέρι της κόρης σου, που την αγαπώ όσο τίποτα άλλο σ αυτόν τον κόσμο και που ορκίζομαι να την κάνω ευτυχισμένη». Ο Έμπορος όμως τον κοίταξε αγριεμένος και του είπε «Είσαι πολύ θρασύς νεαρέ που πιστεύεις ότι θα δώσω τη μοναχοκόρη μου σε σένα, που είσαι κηπουρός!!!» Τότε όμως θυμήθηκε τα λόγια του παράξενου πουλιού, που του χε πει πως δεν πρέπει να αρνηθεί σε κανέναν να του κάνει το τραπέζι με τα σουτζουκάκια, διαφορετικά η κόρη του θα δυστυχούσε για πάντα. Κι έτσι του είπε φανερά ενοχλημένος «Ας είναι, έλα αύριο το βράδυ, να δούμε αν θα φας εσύ τα σουτζουκάκια!».
Ο έμπορος όμως ήταν αποφασισμένος να μην επιτρέψει στον φτωχό κηπουρό να παντρευτεί την κόρη του, κι έτσι την επόμενη μέρα, πήγε κρυφά στην κουζίνα κι έβαλε μέσα στη ζύμη με τα σουτζουκάκια χώμα που μάζεψε από την αυλή. Όταν ήρθε ο Μιχάλης και κάθισαν στο τραπέζι, μόνο το πιάτο του καλεσμένου είχε σουτζουκάκια, ενώ όλα τα υπόλοιπα είχαν άλλο φαγητό. «Θα μας συγχωρήσεις, αλλά έχει τρεις μέρες τώρα που τρώμε σουτζουκάκια», είπε στον κηπουρό ο έμπορος. Έτσι ο καημένος ο Μιχάλης έβαλε την πρώτη μπουκιά στο στόμα του, ενώ οι υπόλοιποι τον παρατηρούσαν με αγωνία. Το πρόσωπό του πήρε μια περίεργη έκφραση και μασούσε πολύ ώρα την μπουκιά του, μέχρι που τελικά την κατάπιε. Συνέχισε να τρώει τα σουτζουκάκια και το δέρμα του άρχισε να κοκκινίζει και η κοιλιά του να φουσκώνει. Το πρόσωπό του μαρτυρούσε ότι αυτό που έτρωγε ήταν απαίσιο, αλλά δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε στιγμή. Κι έτσι κατέβασε και την τελευταία μπουκιά από τα σουτζουκάκια που του είχαν σερβίρει, φανερά καταπονημένος. Τότε η Βασιλικούλα σηκώθηκε από το τραπέζι ενθουσιασμένη και είπε στον πατέρα της «Τώρα πατέρα δεν μπορείς να αρνηθείς τούτο τον γάμο!» Κι ο έμπορος χαμογέλασε κι απάντησε « Αφού έφαγε τα σουτζουκάκια με το χώμα, χωρίς να παραπονεθεί καθόλου, φαντάσου πόσο πολύ σε αγαπάει! Πώς μπορώ να αρνηθώ; Τώρα είμαι σίγουρος πως μόνο αυτός ο νέος θα σε κάνει ευτυχισμένη!».
Κι έτσι, η Βασιλικούλα κι ο Μιχάλης παντρεύτηκαν κι έκαναν ένα μεγάλο γλέντι στον υπέροχο κήπο του αρχοντικού, σερβίροντας σουτζουκάκια, που ήταν νόστιμα και άρεσαν σε όλους τους καλεσμένους. Κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.

Δείτε και τη συνταγή: Σουτζουκάκια στο φούρνο με κιμά από κοτόπουλο

1 σχόλιο:

  1. Καλησπέρα, αγαπητή φίλη Nana! Επισκέφθηκα το ιστολόγιό σου και διαπίστωσα πόσο όμορφο και χαρούμενο είναι! Μου άρεσαν πολύ τα παραμύθια που γράφεις και ειδικά το συγκεκριμένο, με τίτλο: "Η προφητεία με τα σουτζουκάκια". Συγχαρητήρια για το ταλέντο σου! Να συνεχίσεις να είσαι χαρούμενη και δημιουργική!

    Υ.Γ. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να γίνω μέλος στο ιστολόγιό σου, αφού δεν έχεις ενεργοποιήσει το σχετικό gadjet του Blogger για την προσθήκη μελών σε αυτό. Αντίστοιχα, κι εγώ δεν έχω ενεργοποιήσει τη δυνατότητα προσθήκης κύκλων στη G+, καθώς είναι μια διαδικασία που, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν με ενδιαφέρει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή